ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Η Θ επιστρέφει ύστερα από καιρό στο έρημο και από χρόνια κλειστό οικογενειακό της σπίτι, σε κάποιο μακρινό ορεινό χωριό. Έρχεται με την απόφαση να εγκατασταθεί για ένα μεγάλο διάστημα εκεί, καθώς έχει πρόσφατα έρθει σε διάσταση με το σύζυγό της. Είναι χαράματα όταν τη βλέπουμε να καταφθάνει με λίγα μόνο από τα πράγματά της –τα υπόλοιπα θα έρθουν με φορτηγό σε λίγες μέρες.
Την περιμένει όμως μια μεγάλη έκπληξη. Το σπίτι δεν είναι ακατοίκητο! Έχει καταληφθεί από κάποιους αγνώστους. Μια οικογένεια: ένα νέο ανδρόγυνο με τρία παιδιά. Ξεπερνώντας την πρώτη της ταραχή ζητά επιτακτικά από το ζευγάρι να φύγουν αμέσως. Εκείνοι αρνούνται, ήρεμα και σταθερά. Η ιδιοκτήτρια καταλαβαίνει ότι αυτοί οι ξένοι δεν έχουν απλώς οικειοποιηθεί το σπίτι της αλλά έχουν ριζώσει για τα καλά σ’ εκείνο το χωριό. Έχουν αναπτύξει δεσμούς, έχουν βρει προστάτες. Όλοι, ακόμα κι ο τοπικός αστυνόμος, θα στέκονταν στο πλευρό τους, πρόθυμοι να τους υπερασπιστούν. Τα πλοκάμια τους, μάλιστα, έχουν απλωθεί ακόμη βαθύτερα, στα μύχια των δεσμών και ανταγωνισμών που τρέφονταν τόσα χρόνια στους κόλπους της οικογένειάς της, σε όλα τα ένοχα μυστικά που έκρυβαν καλά οι τοίχοι αυτού του σπιτιού. Οι καινούριοι ένοικοι έχουν διαβάσει γράμματα, έχουν δει φωτογραφίες, έχουν κουβεντιάσει με τους χωριανούς. Η Θ αντιλαμβάνεται, σχεδόν με τρόμο, ότι οι ξένοι γνωρίζουν σχεδόν τα πάντα, τόσο για την ίδια όσο και για τους συγγενείς της. Αρχίζει να κλονίζεται και να υποχωρεί.
Τους κάνει την εξής πρόταση: να μείνουν για ένα μικρό διάστημα ακόμα, προσφέροντας την εργασία τους ως αντιπαροχή. Τους προσλαμβάνει, μ’ άλλα λόγια, για τη συντήρηση και ανακαίνιση του σπιτιού με αντάλλαγμα τη στέγη. Τα συμφωνούν.
Η συμβίωση ξεκινά αλλά προτού περάσει πολύς καιρός οι ρόλοι αντιστρέφονται. Η Θ υποτάσσεται όλο και περισσότερο στις απαιτήσεις τους, ώσπου καταντάει, θα έλεγε κανείς, να γίνει υπηρέτριά τους. Η παρουσία των αγνώστων όχι μόνο της επιβάλλεται, της γίνεται απαραίτητη. Τώρα θα έκανε οτιδήποτε δυνατό για να μη φύγουν ποτέ.
Τα παιδιά παραμένουν όλη την ώρα αθέατα, κλεισμένα στο δωμάτιό τους, στην καρδιά τού σπιτιού. Το ίδιο και οι χωριανοί που έχουν συμμαχήσει με τους καταληψίες και παρακολουθούν τα πάντα κρυμμένοι απέξω, στους φράχτες. Είναι αόρατοι, αλλά όπως η Θ έτσι και εμείς, ακούμε διαρκώς τους ψιθύρους τους, νιώθουμε το βλέμμα τους. Φαντάσματα που δίνουν άλλη μια στριψιά στη βίδα…. Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης
Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ γεννήθηκε το 1967 στις Σέρρες. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στη Δραματική Σχολή Βεάκη. Εργάστηκε τρία χρόνια ως ηθοποιός σε παραστάσεις των Θόδωρου Τερζόπουλου, Πέπης Οικονομοπούλου, Γιάννη Τσαρούχη, Μίνωα Βολανάκη, Σταμάτη Φασουλή και του Θεατρικού Οργανισμού Μορφές. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στις εφημερίδες «Τα Νέα» και Ελευθεροτυπία» και στα περιοδικά «Φράση», «Δέντρο» και «Να Ένα Μήλο». Στα γράμματα εμφανίστηκε το 2001 με το μυθιστόρημα «Οι τέσσερις τοίχοι» και ακολούθησαν τα «Φιλοξενούμενος», «Μεταμφίεση», «Φυσικές Ιστορίες», «Ύπνος». Θεατρικά του έργα τα «Λα Πουπέ», και η «Λάσπη».
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Παίζουν
Θ: Κατερίνα Μπερδολόγου
Ζ: Σίσσυ Χατζηνικολάου
Φ: Μιχάλης Κυρίτσης
Σκηνοθεσία
Φωτεινή Παπαχριστοπούλου
Μουσική επιμέλεια
Χρήστος Δαμουλάκης
Φωτισμοί, ηλεκτρολογικά
Γιώργος Φυτίλης & Κλάιντυ
Σκηνικά – Κοστούμια
Η Ομάδα
Φωτογραφίες
Μάντυ Λυκερίδου Βελετά
Κατασκευές
Νίκος Αργυρέας, Πέτρος Παπαγεωργίου
Αφίσα – Πρόγραμμα
Πέτρος Παπαγεωργίου

